Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Κρησφύγετο..



κρησφύγετο < αρχαία ελληνική κρησφύγετον

Ουσιαστικό

κρησφύγετο ουδέτερο
  1. σπίτι, σπηλιά  χώρος ή άλλο σημείο στο οποίο καταφεύγει για να κρυφτεί  κάποιος παράνομος διωκόμενος εκ του νόμου
    Συνώνυμα

    2. Λημέρι 

    Απο papaioannou

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου